
γέννησε μία νέα μπάντα
Μετά τον θάνατο του Kurt Cobain, τον Απρίλιο του 1994, οι Nirvana έπαψαν ουσιαστικά να υπάρχουν. Ο Grohl βρέθηκε ξαφνικά χωρίς συγκρότημα, χωρίς σχέδιο και χωρίς διάθεση να σκέφτεται το μέλλον. Αντί όμως να απομακρυνθεί από τη μουσική, έκανε αυτό που γνώριζε καλύτερα: άρχισε να γράφει τραγούδια.
«Η μουσική ήταν ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσω όσα είχαν συμβεί», έχει πει σε μεταγενέστερες συνεντεύξεις. Για τον ίδιο, εκείνες οι ηχογραφήσεις λειτούργησαν περισσότερο ως ψυχοθεραπεία παρά ως επαγγελματικό βήμα. Δεν υπήρχε δισκογραφικό πλάνο, ούτε η φιλοδοξία να δημιουργηθεί ένα νέο μεγάλο όνομα. Όπως παραδέχθηκε χρόνια αργότερα, «ήταν περισσότερο ένα πείραμα. Δεν προοριζόταν καν να γίνει άλμπουμ».
Έτσι, τον Οκτώβριο του 1994, ο Grohl μπήκε στα Robert Lang Studios, στο Σιάτλ. Μέσα σε μόλις έξι ημέρες ηχογράφησε σχεδόν ολόκληρο τον δίσκο μόνος του. Έπαιξε κιθάρες, μπάσο, ντραμς και τραγούδησε σχεδόν όλα τα φωνητικά, αφήνοντας ελάχιστο χώρο για εξωτερικές συμμετοχές. Η μοναδική αξιοσημείωτη εξαίρεση ήταν ο Greg Dulli των Afghan Whigs, που έπαιξε κιθάρα στο «X-Static», καθώς έτυχε να βρίσκεται στο στούντιο την ημέρα των ηχογραφήσεων.
Το αποτέλεσμα είχε κάτι από ημερολόγιο. Δεν ήταν μια σχολαστικά επεξεργασμένη παραγωγή, αλλά μια αυθόρμητη καταγραφή ιδεών. Ο ίδιος ο Grohl έχει δηλώσει ότι ακόμη και σήμερα ο δίσκος τού θυμίζει περισσότερο demo παρά ολοκληρωμένη δουλειά. Ίσως όμως αυτή ακριβώς η ακατέργαστη αίσθηση να αποτελεί και τη μεγαλύτερη γοητεία του.
Την εποχή εκείνη ο Grohl δεν αισθανόταν καθόλου άνετα ως τραγουδιστής. Για να καλύψει την ανασφάλειά του, ηχογράφησε τα φωνητικά σε πολλαπλά στρώματα, δημιουργώντας το χαρακτηριστικό, γεμάτο ηχητικό αποτέλεσμα που διακρίνει αρκετές συνθέσεις. «Δεν ήθελα ποτέ να γίνω τραγουδιστής», έχει πει χαμογελώντας. Η ιστορία, βέβαια, είχε διαφορετική άποψη.
Ακόμη και το όνομα Foo Fighters γεννήθηκε από την επιθυμία του να κρατήσει αποστάσεις από το παρελθόν. Δεν ήθελε το κοινό να ακούσει τον δίσκο γνωρίζοντας ότι πίσω του βρισκόταν ο πρώην ντράμερ των Nirvana. Δανείστηκε λοιπόν τον όρο που χρησιμοποιούσαν οι πιλότοι του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου για τα ανεξήγητα φωτεινά αντικείμενα που εμφανίζονταν στον ουρανό, τα περίφημα «foo fighters». Η αγάπη του για τον μύθο των UFO συνεχίστηκε και με τη δημιουργία της Roswell Records, της προσωπικής του δισκογραφικής εταιρείας.
Από τις πρώτες νότες του This Is a Call γίνεται σαφές ότι ο Grohl δεν είχε καμία πρόθεση να αντιγράψει τους Nirvana, παρόλα αυτά, όμως ήταν ένα μέλος τους και η «παρουσία» τους είναι εμφανής στο άλμπουμ. Οι κιθάρες παραμένουν εκρηκτικές, όμως οι μελωδίες αποκτούν πρωταγωνιστικό ρόλο. Το punk συναντά το alternative rock, η δύναμη του grunge συνυπάρχει με την pop ευαισθησία και το αποτέλεσμα μοιάζει ταυτόχρονα γνώριμο και φρέσκο.
Το I'll Stick Around επιβεβαιώνει ότι δεν πρόκειται για σύμπτωση. Είναι ένα τραγούδι γεμάτο ένταση, με πολλούς να θεωρούν ότι οι στίχοι του αποτελούν έμμεση απάντηση στα γεγονότα που ακολούθησαν τη διάλυση των Nirvana. Ο Grohl δεν επιβεβαίωσε ποτέ ξεκάθαρα αυτή την ερμηνεία, αφήνοντας το τραγούδι να αποκτήσει τη δική του ζωή.
Κι έπειτα έρχεται το Big Me. Ένα μικρό διαμαντάκι διάρκειας λίγο πάνω από δύο λεπτά, που αποκάλυψε μια πλευρά του δημιουργού του την οποία ελάχιστοι γνώριζαν. Μελωδικό, τρυφερό και σχεδόν... βρετανικό στην αισθητική του, απέδειξε ότι ο άνθρωπος που μέχρι τότε καθόταν πίσω από τα τύμπανα μπορούσε να γράψει εξαιρετικά pop τραγούδια χωρίς να χάνει τη rock ταυτότητά του.
Το υπόλοιπο άλμπουμ κινείται με την ίδια λογική. Τραγούδια όπως τα Alone + Easy Target, Good Grief, Wattershed και For All the Cows φανερώνουν έναν δημιουργό που δοκιμάζει συνεχώς νέες ιδέες. Άλλοτε αφήνει τις κιθάρες να κυριαρχήσουν, άλλοτε επενδύει στις μελωδίες και άλλοτε ισορροπεί ανάμεσα στα δύο. Δεν είναι όλες οι συνθέσεις εξίσου ολοκληρωμένες, όμως σχεδόν καμία δεν ακούγεται συμβατική. Σε κάθε τραγούδι υπάρχει η αίσθηση ότι ο Grohl ανακαλύπτει τον εαυτό του καθώς ηχογραφεί.
Η επιτυχία του άλμπουμ αιφνιδίασε ακόμη και τον ίδιο. Οι πρώτες κασέτες είχαν κυκλοφορήσει σε ελάχιστα αντίτυπα, κυρίως μεταξύ φίλων και ανθρώπων της μουσικής βιομηχανίας. Κανείς δεν περίμενε ότι αυτή η προσωπική ηχογράφηση θα εξελισσόταν σε μία από τις πιο ελπιδοφόρες κυκλοφορίες της δεκαετίας.
Η ανταπόκριση του κοινού οδήγησε αναπόφευκτα στη δημιουργία ενός πραγματικού συγκροτήματος. Ο Grohl κάλεσε τον μπασίστα Nate Mendel και τον ντράμερ William Goldsmith, με τους οποίους είχε ήδη συνεργαστεί σε διαφορετικά μουσικά περιβάλλοντα, ενώ στην κιθάρα προστέθηκε ο Pat Smear, γνώριμος από τις τελευταίες ημέρες των Nirvana, που ο κόσμος γνώρισε μέσα από το περίφημο Mtv Unplugged. Το προσωπικό project μεταμορφωνόταν σε κανονική μπάντα.
Ακριβώς 31 χρόνια μετά, το πρώτο άλμπουμ των Foo Fighters εξακολουθεί να ξεχωρίζει όχι επειδή είναι τέλειο, αλλά επειδή είναι απόλυτα ειλικρινές. Η παραγωγή του είναι τραχιά, ορισμένες ιδέες μοιάζουν ακόμη ανολοκλήρωτες και ο Grohl δεν έχει αποκτήσει ακόμη την αυτοπεποίθηση που θα χαρακτήριζε τις επόμενες δουλειές του, οι οποίες, φυσικά, απέχουν πολύ από αυτό το άλμπουμ. Ωστόσο, αυτή ακριβώς η ατέλεια είναι που του χαρίζει τη διαχρονική του αξία.
Ήταν η στιγμή που ένας μουσικός, γνωστός μέχρι τότε ως ένας από τους κορυφαίους ντράμερ της γενιάς του, απέδειξε ότι μπορούσε να σταθεί στην πρώτη γραμμή ως συνθέτης, τραγουδιστής και πολυοργανίστας. Χωρίς να το επιδιώξει, ο Dave Grohl δεν ηχογράφησε απλώς ένα ακόμη rock άλμπουμ. Έγραψε τον πρόλογο μιας ιστορίας που συνεχίζεται μέχρι σήμερα και μετέτρεψε μια προσωπική ανάγκη σε μία από τις σημαντικότερες δεύτερες ευκαιρίες που γνώρισε ποτέ η σύγχρονη rock μουσική.
Τhe SHADOW
