Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026

ΧΡΟΝΟΜΗΧΑΝΗ:: Crimson Glory - Crimson Glory [1986]

 

ΣΑΡΑΝΤΑ ολόκληρα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από την πρεμιέρα μιας πραγματικά σπουδαίας μπάντας από τη Φλόριντα των ΗΠΑ, των Crimson Glory. Eνός γκρουπ που έγραψε Ιστορία κυρίως μέσα από τα δύο πρώτα άλμπουμ της, του ομώνυμου του 1986 και του Τranscendence του 1988. Με το παρθενικό βήμα τους θα ασχοληθούμε σήμερα...





Eνα άλμπουμ που έγραψε Ιστορία




Το συγκρότημα σχηματίστηκε στη Φλόριντα, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, με βασικά μέλη τον κιθαρίστα Ben Jackson και τον ντράμερ Dana Burnell. Στα πρώτα του βήματα χρησιμοποιούσε το όνομα Pierced Arrows. Στη συνέχεια, με την αναμόρφωση της σύνθεσης και την προσθήκη του κιθαρίστα Jon Drenning και του μπασίστα Jeff Lords, το γκρουπ αναζήτησε μια ονομασία που να ταιριάζει καλύτερα στη μουσική ταυτότητα που διαμόρφωνε. Έτσι προέκυψε το Crimson Glory. 

Σε συνέντευξη τους το 1987, τα μέλη του συγκροτήματος έδωσαν μια συμβολική ερμηνεία που συνδέεται με τον θάνατο και την ανάσταση. Το crimson παραπέμπει στο βαθύ κόκκινο, στο χρώμα του αίματος και, κατ’ επέκταση, στον θάνατο. Το glory εκφράζει την υπέρτατη δόξα και μπορεί να συνδεθεί με την ανάσταση.

Υπάρχει και η δεύτερη εκδοχή που αφορά σε μια αρωματική ποικιλία τριαντάφυλλου με πορφυρό χρώμα και την ονομασία Crimson Glory, δημιουργία του Γερμανού καλλιεργητή Wilhelm J. H. Kordes II. Σύμφωνα με άλλες πηγές, λοιπόν, το όνομα προήλθε από μια αφίσα στο σπίτι που μοιράζονταν οι Midnight, Ben Jackson και Dana Burnell, η οποία απεικόνιζε ή αναφερόταν στη συγκεκριμένη ποικιλία τριαντάφυλλου, το οποίο συναντάμε και στο εξώφυλλο.

Η αισθητική της μπάντας ολοκληρώθηκε με τις χαρακτηριστικές ασημένιες μάσκες που κάλυπταν ολόκληρο το πρόσωπο. Στόχος ήταν να αποκτήσουν μια εικόνα που θα τους έκανε αμέσως αναγνωρίσιμους, σε μια εποχή κατά την οποία πολλές metal μπάντες έμοιαζαν μεταξύ τους. Η κάλυψη των προσώπων δημιουργούσε, παράλληλα, μια μυστηριώδη, σχεδόν εξωγήινη παρουσία που ταίριαζε με τον επικό και σκοτεινό ήχο τους. 

Η γνωριμία του Midnight (εικονίζεται αριστερά) με τους Crimson Glory έγινε στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν το συγκρότημα αναζητούσε τραγουδιστή. Ο, κατά κόσμον, John Patrick McDonald Jr. (έφυγε από τη ζωή το 2009 στα 47 του) αγαπούσε περισσότερο την ακουστική κιθάρα, τους Pink Floyd και τους Led Zeppelin και δεν ήταν ιδιαίτερα εξοικειωμένος με το παραδοσιακό heavy metal. 

Σύμφωνα με τις αφηγήσεις γύρω από την ιστορία της μπάντας, ο μπασίστας Jeff Lords γνώριζε τον Midnight από τα σχολικά τους χρόνια. Σε κάποια φάση, τα μέλη του συγκροτήματος τον εντόπισαν να τραγουδά κοντά στην παραλία. Η φωνή του τούς έκανε εντύπωση και αποφάσισαν να δουν αν θα μπορούσε να ενταχθεί στη μουσική που ήδη δούλευαν. 

Αυτό που ανακάλυψαν ήταν κάτι πολύ διαφορετικό από έναν συμβατικό metal τραγουδιστή. Ο Midnight διέθετε μια φωνή με τεράστια έκταση, ασυνήθιστη χροιά και έντονη θεατρικότητα. Μπορούσε να περάσει από μια σχεδόν εύθραυστη, μελαγχολική ερμηνεία σε ψηλές κραυγές που έμοιαζαν να ξεπερνούν τα ανθρώπινα όρια. Το σημαντικότερο, όμως, ήταν ότι δεν τραγουδούσε απλώς δυνατά: έδινε στις συνθέσεις μια μυστηριακή, συναισθηματική διάσταση. Ο Jon Drenning έχει περιγράψει την ποιότητα της φωνής του ως καθοριστικό λόγο για τον οποίο τον ήθελαν στο συγκρότημα. 

Πώς προήλθε το ψευδώνυμο Midnight; Σε συνέντευξη του 1987, ο ίδιος ο καλλιτέχνης αφηγήθηκε ότι, όταν ζούσε απομονωμένος στην Καλιφόρνια, γνώρισε μια νεαρή γυναίκα που έπαιζε μουσική σε ένα μπαρ για να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Εκείνη τού μίλησε για το μέλλον του και του είπε ότι θα επέστρεφε στη Φλόριντα για να δημιουργήσει ένα συγκρότημα με προοπτικές. Του αποκάλυψε, επίσης, ότι το πνεύμα του ονομαζόταν «Midnight». Ο ίδιος υποστήριξε ότι η γυναίκα πέθανε σε τροχαίο δυστύχημα περίπου μία εβδομάδα αργότερα και ότι αποφάσισε να κρατήσει το όνομα που του είχε αποδώσει. 

Και κάπως έτσι, ένας μουσικός που δεν είχε μεγαλώσει μέσα στην παραδοσιακή metal σκηνή έγινε η φωνή ενός από τα πιο ξεχωριστά συγκροτήματα του αμερικανικού power metal.

Ενας δίσκος - ορόσημο

Εκείνη η εποχή μάς χάρισε σπουδαία power/prog metal άλμπουμ, όπως τα The Spectre Within και Awaken the Guardian των Fates Warning, το Hall of the Mountain King των Savatage (όχι τέλειο, αλλά και πάλι καθηλωτικό), για να μην αναφέρουμε τα Rage for Order και Operation: Mindcrime των Queensrÿche. Ωστόσο, το δίδυμο κυκλοφοριών που συχνά περνά απαρατήρητο, παρότι στέκεται επάξια δίπλα σε όλα αυτά τα σπουδαία άλμπουμ, είναι το απόκοσμο διπλό χτύπημα του ομώνυμου ντεμπούτου των Crimson Glory και του αψεγάδιαστου Transcendence. Αλλά αυτή είναι μια ιστορία για κάποια άλλη στιγμή.

Το πρώτο άλμπουμ λοιπόν, βρίσκει τη χρυσή τομή ανάμεσα στο heavy metal και σε έναν πιο ανάλαφρο, πανέμορφο ήχο, χωρίς ποτέ να απαρνείται τον αδιαμφισβήτητο τίτλο του ως άλμπουμ power metal. Καταγράφει μία από τις κορυφαίες φωνητικές ερμηνείες, ενώ ταυτόχρονα η ηχογράφησή του για 1986 είναι εντυπωσιακή. 

Τα φωνητικά κινούνται σε εξωφρενικά υψηλές συχνότητες, τα riff είναι βαριά και οι στίχοι αντλούν έμπνευση από τον κόσμο της φαντασίας. Παρότι οι επιρροές είναι εμφανείς, η μουσική εδώ είναι τόσο πρωτότυπη, τόσο αποκομμένη από οτιδήποτε άλλο, ώστε ακόμη και οι συγκρίσεις με άλλα συγκροτήματα μοιάζουν άστοχες.

Είναι δύσκολο να περιγράψεις τι είναι αυτό που κάνει τον δίσκο τόσο ξεχωριστό. Με την πρώτη ματιά, μοιάζει απλός και εύκολος να τον αποκωδικοποιήσεις. Στην πραγματικότητα, όμως, κρύβει τόσες μικρές λεπτομέρειες που αποκαλύπτονται μόνο με τον χρόνο. Έπειτα από εκατοντάδες απολαυστικές ακροάσεις όλα αυτά τα χρόνια —και δεν υπερβάλλω καθόλου— εξακολουθώ να ανακαλύπτω κάθε φορά καινούργιους λόγους για να τον αγαπώ.

Ακόμη και 40 χρόνια μετά, ο δίσκος ακούγεται σαν να μόλις βγήκε από το στούντιο. Κάθε όργανο ακούγεται πεντακάθαρα και έχει τη δική του διακριτή θέση στη μίξη. Δεν υπάρχει ούτε μία στιγμή που να δυσκολεύεσαι να ακούσεις το παραμικρό μέσα σε αυτό το κομψό ηχητικό τοπίο, αποφεύγοντας τον θορυβώδη αχταρμά που συχνά αμαυρώνει κατά τα άλλα εξαιρετικές παραγωγές εκείνης της εποχής, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, στο Awaken the Guardian, που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά.

Η φωνή του Midnight αιωρείται αβίαστα πάνω από τη μουσική και κανένα από τα δύο στοιχεία δεν επισκιάζει το άλλο. Και πώς θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο, όταν αμφότερα ενώνονται και δημιουργούν έναν μοναδικό, μυστηριακό ήχο, χωρίς προηγούμενο για τα δεδομένα της εποχής; Κοιτάζοντας πίσω, τα απίστευτα επιτεύγματα των Crimson Glory κάνουν ακόμη πιο θλιβερό το γεγονός ότι, εξαιτίας της εμπορικής αποτυχίας τους, αναγκάστηκαν να ξεπουληθούν με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο. 

Παρόλα αυτά, το άλμπουμ, με οκτώ τραγούδια και μια μικρή διάρκεια 39 λεπτών, δεν γίνεται ποτέ βαρετό και σε προκαλεί διαρκώς να το ακούσεις ξανά. Και ξανά. Και ξανά.

Το «Valhalla» συμπυκνώνει όσα πρεσβεύουν οι Crimson Glory: καμία άχρηστη εισαγωγή, κανένα περιττό παιχνίδι, μόνο καθαρό metal. Η φωνή του Midnight είναι τόσο επιβλητική και τόσο ικανή να κυριαρχεί, που είναι αδύνατο να μην παρασυρθείς από τα μεγαλειώδη οράματα αυτού του συγκροτήματος. Είτε επιστρατεύει τις βαθιές, θεατρικές χαμηλές νότες του είτε τις εκκωφαντικές, απίστευτα υψηλές κραυγές του, κυριαρχεί ολοκληρωτικά στον δίσκο και αφήνει πίσω κάθε άλλο τραγουδιστή της εποχής.

Το «Dragon Lady» είναι ίσως το 2ο κορυφαίο κομμάτι του δίσκου. Το τραγούδι είναι απίστευτο. Παράλληλα, αναδεικνύει το μοναδικό συνθετικό ταλέντο της μπάντας, με μια παράξενη δομή και ένα ρεφρέν που δεν ξεχνιέται με τίποτα. Οι στίχοι μπορεί να είναι απίστευτα κιτς, αλλά νομίζω ότι αυτό κάνει το αποτέλεσμα ακόμη καλύτερο.

Στη συνέχεια αποκαλύπτεται μια διαφορετική πλευρά του συγκροτήματος: η ικανότητά του να γράφει συγκινητικές, σχεδόν μπαλαντοειδείς συνθέσεις. Το «Heart of Steel» ξεκινά με ένα από τα ομορφότερα αργά μουσικά περάσματα που έχω ακούσει ποτέ. Η κομψή ακουστική κιθάρα χτίζει σταδιακά την ατμόσφαιρα και, στη συνέχεια, η αξία του κομματιού εκτοξεύεται με τα στοιχειωτικά, γεμάτα συναίσθημα φωνητικά του Midnight.

Το «Azrael», για μένα η κορυφαία στιγμή του άλμπουμ, ακολουθεί με μια ακόμη ήρεμη εισαγωγή, προτού εκραγεί και μετατραπεί στον πιο σκοτεινό ύμνο που έχουν ηχογραφήσει ποτέ οι Crimson Glory. Η επίδραση του Midnight σε κάθε σημείο αυτού του δίσκου είναι μεγαλειώδης, όμως εδώ, ειδικά, η ερμηνεία του είναι δαιμονική.

Το «Mayday» ανοίγει τη δεύτερη πλευρά και είναι το πιο τρελό κομμάτι του δίσκου. Δεν πατά φρένο ούτε για μια στιγμή, ενώ ακόμη και το ρεφρέν σε διαλύει, με τα φωνητικά να στριγγλίζουν σαν τη φονική μηχανή που περιγράφουν οι στίχοι.

Το «Queen of the Masquerade» παίρνει ό,τι πιο χαρακτηριστικό έχει να επιδείξει η δεκαετία του ’80 και το περνά μέσα από το φίλτρο των Crimson Glory. Ούτε η hard rock αίσθηση ούτε το απλοϊκό riff στις στροφές μπορούν να μειώσουν την αξία του. Είναι αδιαπραγμάτευτα κορυφαίο από την αρχή μέχρι το τέλος, ενώ περιλαμβάνει ίσως το πιο εντυπωσιακό σόλο της καριέρας του Drenning, με πιθανή εξαίρεση εκείνο του «Eternal World».

Καθώς πλησιάζουμε στο τέλος, ο δίσκος γίνεται πιο μελαγχολικός και εσωστρεφής, καταφέρνοντας να παρουσιάσει δύο ακόμη πιο σκοτεινά και αργά κομμάτια, χωρίς να βυθιστεί πραγματικά στα νερά της μπαλάντας.

Το «Angels of War» ξεκινά με ένα ηχητικό δείγμα που προδίδει την εποχή του, αλλά σύντομα ξεδιπλώνεται με μια επιβλητική, δυσοίωνη στροφή.

Και, τέλος, έρχεται το κομμάτι που κλείνει τον δίσκο, το «Lost Reflection», έτοιμο να τρομοκρατήσει ανυποψίαστους ακροατές σε κάθε γωνιά του κόσμου. Στην αρχή μοιάζει με μπαλάντα, όμως η ένταση και η παράνοια που συσσωρεύονται σταδιακά φτάνουν σε τέτοιο βαθμό, ώστε το τραγούδι παύει να μπορεί να χαρακτηριστεί ως τέτοιο. Δεν το λατρεύω όσο πολλοί άλλοι, αλλά κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την πρωτοτυπία του και τον πειστικό τρόμο που αποπνέει. Πρόκειται πιθανότατα για τη στιγμή του Midnight που έχει μείνει περισσότερο χαραγμένη στη συλλογική μνήμη των οπαδών.

Οι Crimson Glory παρέδωσαν έναν σπουδαίο δίσκο στην ανθρωπότητα, ο οποίος άνοιξε τον δρόμο για το αριστουργηματικό Transcendence. Δυστυχώς, η μπάντα δεν θα ακολουθήσει την ξέφρενη πορεία που περίμεναν όλοι. Αλλά όλα αυτά είναι παρελθόν. Σαράντα χρόνια μετά το Crimson Glory παραμένει φρέσκο και ένα από τα κορυφαία ντεμπούτα στον σκληρό ήχο, συντροφεύοντάς μας με τον καλύτερο τρόπο, κάθε στιγμή που θα το ανασύρουμε από τη δισκοθήκη μας.

Τα κομμάτια:

Side A
1. Valhalla 03:50
2. Dragon Lady 04:27
3. Heart of Steel 06:13
4. Azrael 05:37

Side B
5. Mayday 03:02
6. Queen of the Masquerade 05:27
7. Angels of War 05:28
8. Lost Reflection 04:47
Total length 38:51

The SHADOW











Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...