Τετάρτη 20 Μαΐου 2015

ΧΡΟΝΟΜΗΧΑΝΗ: AC/DC - Back In Black [1980]


«ΑΝ ΚΑΠΟΤΕ πεθάνω, αυτόν τον τύπο να πάρετε στη θέση μου», είχε πει κάποτε o Βon Scott στον Angus Young. Θαύμαζε τον Brian Johnson από τον καιρό που η μπάντα του, οι Fraternity, «άνοιγαν» συναυλίες των Geordie, κάπου στις απαρχές των 70's στην Αγγλία. Λίγους μήνες μετά την «εκτόξευση» των AC/DC με το Highway to Hell, ο Scott, θα άφηνε την τελευταία πνοή του μέσα σε ένα Renault 5. Σε δύο μήνες συμπληρώνονται 35 χρόνια από την κυκλοφορία του θρυλικότερου άλμπουμ των AC/DC, του Back In Black, ενός hard rock και rock n' roll «μνημείου», που επηρέασε γενιές και γενιές μουσικών και μουσικόφιλων...




Οι AC/DC δημιουργήθηκαν στο Σίδνεϊ το 1973 από τους αδερφούς Malcolm και Angus Young, όντας παιδιά Σκωτσέζων μεταναστών. Το 1980, τους βρίσκει να απολαμβάνουν τη δόξα που τους έχει προσφέρει το Highway To Hell, το άλμπουμ (6ο στη σειρά) που τους έκανε γνωστούς στα πέρατα του κόσμου, φέρνοντάς τους, όμως, και σε σύγκρουση με τους συντηρητικούς Αυστραλούς, λόγω του τίτλου, αλλά και του εξωφύλλου που εμφάνιζε τον Angus με μια δαιμονική ουρά και τα κερατάκια, τα οποία θα γίνουν, χρόνια μετά, σήμα κατατεθέν του γκρουπ.

O Bon Scott.
Η μπάντα βρίσκονταν επί έξι χρόνια στο δρόμο, σε συναυλίες και στο στούντιο. Οι Malcolm και Angus Young, βρίσκονταν στο Λονδίνο και ετοίμαζαν κάποιες νέες ιδέες για το επόμενο άλμπουμ. «Εγώ και ο Angus είχαμε γράψει κάποια πράγματα στο δρόμο, αλλά εγκατασταθήκαμε σε ένα μέρος που ονομάζεται E-Zee Hire και παίξαμε μερικά πράγματα, κυρίως demo ιδέες», λέει ο Malcolm και συνεχίζει: «Ο Bon τα είχε "φτύσει". Διέμενε στο Λονδίνο, τον περισσότερο καιρό. Ηταν λίγο μεγαλύτερος από εμάς, είχε πιθανώς κουραστεί. Ημασταν κάτω στην αίθουσα πρόβας και κατέβηκε να μας δει. Είπε ότι ήταν σχεδόν έτοιμος. Είχε αρχίσει να επαναφορτίζει τις μπαταρίες του. Έψαχνε κάτι πραγματικά καλό».
Λίγες ημέρες μετά, στις 19 του Φεβρουαρίου του 1980, ο Scott βγήκε να τα πιει σε μια παμπ του Λονδίνου, στην οποία έχασε τις αισθήσεις του από υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ. Ο φίλος που είχαν βγει μαζί τον άφησε να κοιμηθεί στο κάθισμα του αυτοκινήτου του, αφού ήταν αδύνατο να τον συνεφέρει. Το επόμενο πρωί, ο τραγουδιστής των AC/DC βρέθηκε αναίσθητος και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο King's College Hospital, όπου και διαπιστώθηκε ο θάνατός του σε ηλικία 33 ετών. Ο ιατροδικαστής αποφάνθηκε ότι η πνευμονική αναρρόφηση του εμετού ήταν η αιτία του θανάτου του, όμως στο πιστοποιητικό θανάτου γράφτηκε «οξεία δηλητηρίαση από το αλκοόλ». Ο Scott αποτεφρώθηκε και οι στάχτες του ενταφιάστηκαν στο νεκροταφείο Fremantle στη Δυτική Αυστραλία.
«Ήταν προς το τέλος του Φεβρουαρίου του 1980», θυμάται ο Brian Johnson. «Εμενα στο βοηθητικό δωμάτιο του σπιτιού της μητέρας μου στο Newcastle, όταν άκουσα την είδηση. Θυμάμαι να έχω πάρει την Daily Express διαβάζοντας ότι ο Bon ήταν νεκρός. Εμεινα έκπληκτος με το γεγονός ότι η είδηση είχε τόσο μικρή έκταση στην εφημερίδα. Πως είναι δυνατόν ο τύπος αντιμετωπίζεται με τέτοια περιφρόνηση;»
Το χτύπημα για τη μπάντα ήταν βαρύ. Παιδιά μεταναστών όλοι, πλην του Phil Rudd, «λύγισαν», αφού οι δεσμοί τους ήταν παραπάνω από συγγενικοί. Οι AC/DC έφθασαν μισό βήμα πριν από τη διάλυση. Ωσπου, μια μέρα η Ida Scott, μητέρα του Bon, είπε στον Angus, βλέποντάς τον να κοιτάζει «παγωμένος» το δάπεδο: «Μην σταματήσετε. Ο Bon δεν θα το ήθελε αυτό. Συνεχίστε για τη μνήμη του». Ετσι, τα  αδέλφια Young επέστρεψαν στο Λονδίνο. Gary Pickford Hopkins, Allan Fryer και Stevie Wright, προτάθηκαν ως αντικαταστάτες του Scott, αλλά το πεπρωμένο έδειχνε τον Brian Johnson, ο οποίος ανακοινώθηκε επίσημα ως ο νέος τραγουδιστής των AC/DC στις 8 Απριλίου 1980.



Το γκρουπ επιβιβάστηκε στο αεροπλάνο και πέταξε για το Νασάου στις Μπαχάμες και τα Compass Point Studios (το άλμπουμ ολοκληρώθηκε στα Electric Lady στούντιο της Νέας Υόρκης, όπου έγινε και η τελική μίξη, πάντα υπό τη μαεστρική καθοδήγηση του John «Mutt» Lange), εκεί όπου συνάντησε άθλιες συνθήκες. Οι τελωνειακοί κράτησαν τις κιθάρες για τρεις ολόκληρες ημέρες, ενώ στο σπίτι που έμεναν αναγκάζονταν να... κλειδαμπαρώνονται τα βράδια λόγω της έξαρσης της εγκληματικότητας. Συν τοις άλλοις, συνάντησαν και ισχυρές καταιγίδες οι οποίες κράτησαν αρκετό καιρό και κάνοντας τις διακοπές ρεύματος, παραπάνω από ανυπόφορες.
Ομως το γκρουπ ήταν αποφασισμένο να συνεχίσει. Ο Johnson έγραψε σχεδόν όλους τους στίχους του νέου άλμπουμ. «Θέλαμε να τον κάνουμε να νιώσει ότι ήταν χρόνια μαζί μας, να βγάλει άνεση», λέει ο Malcolm. «Ολα ήταν μαύρα με τις δυνατές καταιγίδες. Ναι "Back In Black", τι καλύτερο; Kαθίσαμε χωρίς άγχος με ρούμι και γάλα καρύδας και γράφαμε, παρότι η εταιρία μάς πίεζε να συντομεύουμε», συνεχίζει.
«Θυμάμαι να κάθομαι στο δωμάτιο και να κρατώ ένα κενό φύλλο χαρτιού, σκεφτόμενος τον τίτλο Back In Black. "Ω, τι έχω ξεκινήσει να κάνω;", μονολόγησα», λέει ο Johnson. «Θα σας πω κάτι. Δεν είμαι φοβιτσιάρης και δεν πιστεύω σε πνεύματα, αλλά κάτι μου συνέβη εκείνο το βράδυ σε εκείνο το δωμάτιο. Κάτι πέρασε από πάνω μου, το αισθάνθηκα. Δεν δίνω δεκάρα αν το πιστεύετε ή όχι, αλλά κάτι εκείνη τη στιγμή μου έδωσε μία πρωτόγνωρη φάση ηρεμίας. Θα ήθελα να πιστεύω ότι ήταν Bon. Κάτι συνέβη και άρχισα να γράφω με πάθος το τραγούδι», αποκαλύπτει ο frontman των AC/DC. Oπως συμβαίνει σε κάθε άλμπουμ που κατακλύζει το μουσικό στερέωμα, έτσι και με το Back In Black αναπτύχθηκαν θεωρίες... συνωμοσίας, με πιο «διάσημη» αυτή που αφορούσε σε στίχους του Bon Scott και λέγεται πως το συγκρότημα τους απέρριψε. 
Oποια κι αν είναι η αλήθεια πίσω από αυτό το έπος, θα απασχολήσει μόνο τους ιστορικούς της μουσικής. Το Βack In Black, δημιούργησε τον δικό του χώρο στο χαρντ ροκ, μία με τα ευφυή καθηλωτικά ριφ, τα μπλουζ σόλο του Angus και τον ξεσηκωτικό ρυθμό του Malcolm, μία με το «μαστίγωμα» του Williams στο μπάσο και τις «σφυριές» του Rudd στα ντραμς. Κανείς όμως δεν πρέπει να παραβλέψει τη συμβολή του Brian Johnson (τον Σεπτέμβριο του 2009, διαγνώσθηκε με το σύνδρομο Barrett), σ' αυτό το τόσο καθοριστικό άλμπουμ για τη συνέχεια του ροκ και του μέταλ. Τόσο οι στίχοι του, όσο και το αλήτικο γρύλισμά του, έκαναν το Βack In Black ένα μοναδικό hard rock και rock n' roll μνημείο, με κομμάτια που «γραπώνουν» τον ακροατή κάθε ηλικίας. 
Δείτε ένα πιτσιρίκι πως αρχίζει να μπαίνει στο ρυθμό του ομώνυμου τραγουδιού, μόλις ξεκινήσει το μέτρημα του Rudd. Πως κάποιος που πίνει ήσυχα μια μπύρα σε ένα μπαρ, τινάζει ψηλά το λαιμό του στο πρώτο άκουσμα του You Shook Me All Night Long. Τι κέφι δημιουργεί το Given the Dog a Bone ακόμη και εν μέσω μποτιλιαρίσματος με το αυτοκίνητο. Μα πάνω απ' όλα αφεθείτε στις μέταλ ριπές του Hell's Bells, αλλά μην αισθανθείτε ντροπή για το Let Me Put My Love Into You και θυμηθείτε τις μέρες του Βon Scott μέσα από το Have a Drink on Me. 
Μέσα από το πένθιμο εξώφυλλο και τον ήχο της καμπάνας του εισαγωγικού κομματιού, οι AC/DC ξεκίνησαν ένα δύσκολο βήμα που έμελλε να αποτελέσει το εφαλτήριο όχι μόνο μιας δικής τους νέας πορείας, αλλά και καριέρας πολλών άλλων γκρουπ, που άκουσαν το πεπρωμένο τους μέσα από το Shoot to Thrill, το Shake a Leg ή το What Do You Do for Money Honey. Επόμενο μυθικό άλμπουμ του γκρουπ θα συναντήσουμε το 1990 με το The Razors Edge, ενώ πριν από λίγους μήνες - χάνοντας ξανά μέλη είτε από θέματα υγείας, είτε από δικαστικές εμπλοκές- τους απολαύσαμε ξανά στο Rock Or Bust.

Η αξέχαστη tracklisting:

1. Hell's Bells (A. Young, M. Young, Johnson) 5:10
2. Shoot to Thrill (A. Young, M. Young, Johnson) 5:17
3. What Do You Do for Money Honey (A. Young, M. Young, Johnson) 3:33
4. Given the Dog a Bone (A. Young, M. Young, Johnson) 3:30
5. Let Me Put My Love Into You (A. Young, M. Young, Johnson) 4:16
6. Back in Black (A. Young, M. Young, Johnson) 4:14
7. You Shook Me All Night Long (A. Young, M. Young, Johnson) 3:30
8. Have a Drink on Me (A. Young, M. Young, Johnson) 3:57
9. Shake a Leg (A. Young, M. Young, Johnson) 4:06
10. Rock and Roll Ain't Noise Pollution (A. Young, M. Young, Johnson) 4:15












Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...