Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

LIFE: Aτιμε Steve Miller...


Hταν Πέμπτη, ο Δεκέμβριος είχε ήδη μπει, όταν ο πατέρας μου είχε έρθει να μας επισκεφθεί στο σπίτι και ετοιμαζόταν να φύγει για την αδερφή του στην Καλλιθέα. «Περίμενε μισό λεπτό, θα σε "πετάξω" εγώ», του είπα και αυτός κοντοστάθηκε στην πόρτα. Παρότι το κρύο ήταν τσουχτερό, έμεινα με ένα t shirt των Zeppelin («στο αυτοκίνητο θα είμαι», σκέφτηκα). Φεύγοντας, άρπαξα στα τυφλά ένα cd από τη δισκοθήκη μου για το δρόμο...



Μπαίνοντας στο αυτοκίνητο, έβαλα το cd. Tότε είδα ότι είχα πάρει Steve Miller Band. «Οχι ρε, με τίποτα», καθησύχασα τον εαυτό μου. Το συγκεκριμένο άλμπουμ δεν το παίρνω ποτέ στο δρόμο από τότε που πριν από χρόνια είχα «μείνει» δύο φορές από βλάβη και κατά σύμπτωση στο cd player έπαιζε αυτό. Η τύχη ήθελε εκείνο το βράδυ να ξαναμπεί με κάποιο τρόπο ξανά σε ένα ακόμη αυτοκίνητο. Δεν είμαι προληπτικός αλλά το γεγονός με τσίτωσε έστω και λίγο. Μετά από κάμποση ώρα άφησα τον πατέρα μου, ο οποίος σε όλη τη διαδρομή είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα και μονολογούσε «που έχει φτάσει ο άνθρωπος ρε παιδί μου...». Ο λόγος; Είχε δει για πρώτη φορά επικοινωνία μέσω Skype, όταν μιλούσα με την ξαδέρφη μου στο Λονδίνο. Τον καληνύχτισα, με καληνύχτισε κι αυτός, με το στόμα
ακόμη ανοιχτό και πριν αρχίσω να χασμουριέμαι ξεκίνησα το δρόμο της επιστροφής.
Με το που βγήκα στη Θησέως, όμως, κοιτάζοντας από τον καθρέπτη, ο δρόμος ξαφνικά είχε χαθεί μέσα σε ένα σύννεφο καπνού, ο οποίος έβγαινε από το αυτοκίνητο. Σταμάτησα αμέσως δεξιά κι αφού διαπίστωσα ότι δεν είχα αρπάξει φωτιά, έσβησα τον κινητήρα και κάλεσα οδική βοήθεια. Η ώρα ήταν περίπου 22.30. «Κωλογκαντέμη Αμερικανέ», ψέλλισα από τα νεύρα μου, απευθυνόμενος στον Steve Miller. «Και μετά λένε μη είμαστε προληπτικοί...», σκέφτηκα κουνώντας το κεφάλι. Υστερα από 40-45 λεπτά στο σβηστό αυτοκίνητο, η μύτη μου είχε αρχίσει ήδη να παγώνει, όπως και τα χέρια μου. «Ρε παιδιά, εδώ θα την βγάλω απόψε;», έκραξα στον τύπο που απάντησε ξανά στο νέο τηλεφώνημά μου στην οδική. «Εχει καθυστέρηση το προηγούμενο συμβάν, συγνώμη. Σε 10' θα είμαστε εκεί», με διαβεβαίωσε ο υπάλληλος και όντως... 30 λεπτά μετά, το φορτηγό της εταιρίας έφτανε στο σημείο.
Χωρίς διάθεση για πολλά πολλά, βγήκα από το τετράτροχο ιγκλού μου και ο οδηγός της εταιρίας που βγήκε με γάντια και σκούφο δε με άφησε ασχολίαστο: «Ωπα αδερφέ, δε μασάς ε;», μου είπε γουρλώνοντας τα μάτια. Με ένα νεύμα του στυλ «Καλά, καλά πάμε παρακάτω τώρα», έγινα... κατανοητός και σε κάτι λιγότερο από 10' το αυτοκίνητο είχε φορτωθεί. Πριν μπω στο φορτηγό, ο driver μου φώναξε: «Κοίτα, κοίτα, πω πω, τι εργαλείο τσουλάει μπροστά μας, δεν είναι μέλι ρε φίλε, κοίτα σε παρακαλώ». Στα 10 μέτρα περνούσε βιαστικά μια τριμελής παρέα κοριτσιών, η οποία επιτάχυνε μόλις την πήραν τα... σκάγια του οδηγού. Εγώ εκείνη την ώρα ούτε στη Ζιζέλ θα πρέπει να έδινα σημασία και με μιας μπούκαρα στην καμπίνα του οχήματος. Καπάκι μπήκε και o φιλαράκος και ξεκινήσαμε.
Σε 1-2 λεπτά άρχισα να λιώνω σαν παγωτό που το βάζεις στο φούρνο μικροκυμάτων. Ο τύπος είχε κάνει την καμπίνα, σάουνα· θα πρέπει να είχε τουλάχιστο 35 βαθμούς. «Πες μου ρε φίλε, τι ωραίο πράμα ήταν αυτό πριν, ε;», συνέχισε, βγάζοντας το γάντι με τα δόντια του. «Ναι, εντάξει» του είπα προσπαθώντας να του φρενάρω το παραλήρημα για μία κοπέλα που απ' ότι είδα, δε δικαιολογούσε τον τόσο ενθουσιασμό του, αλλά μάλλον τις επιθυμίες του.
«Σόρι για την καθυστέρηση αλλά ο προηγούμενος σε έστησε. Κόλλησε με πελάτη και αντί να ενημερώσει το κέντρο ότι καθυστερεί για να σταλεί άλλος, σε έγραψε στο παπάρι του, μάγκα. Πάλι καλά που ξαναπήρες, γιατί εκεί θα την έβγαζες απόψε... Γαλάτσι πάμε ε; Εκεί μένεις;», με ρώτησε ακαριαία πριν συνειδητοποιήσω τι άκουγα. «Οχι, αλλά έχω εμπιστοσύνη στα παιδιά εκεί στο συνεργείο και δεν το αλλάζω. Είναι σωστοί
επαγγελματίες», απάντησα, ενώ αυτός άρχισε να σταυροκοπιέται σχεδόν μανιασμένα. «Δεν είναι για σένα, εκκλησία περάσαμε», με πρόλαβε βλέποντας το έκπληκτο βλέμμα μου. Πέντε λεπτά μετά, νέο σταυροκόπημα και πριν τελειώσει... «Παντρεμένος;», ρώτησα. «Ααα, μου 'δωσε ο θεός εμένα φίλε. Το Αλικάκι. Παντρεμένοι 18 χρόνια» και δώστου ξανά ο σταυρός. 
«Κοίτα, κοίτα, το βλέπεις το τραβέλι; Οποτε περνάω από 'δω, εκεί είναι πάντα, χα χα χα», αναπήδησε στη θέση... «Ατιμε Steve Miller», σκέφτηκα ξανά. Μετά από ένα νέο κύμα... μεγαλοπρεπών σταυρών, φθάσαμε στο συνεργείο περίπου στις 00.30. Αφού ξεφόρτωσε το αυτοκίνητο και τον έστειλα στην... ευχή του θεού του, έκρυψα το κλειδί σε ένα ασφαλές σημείο, ώστε να το βρει ο μηχανικός το πρωί και έψαξα για ταξί. Η θερμοκρασία ήταν στάνταρ 2 βαθμούς χαμηλότερη και σε συνδυασμό με τη Σαχάρα του φορτηγού, σχεδόν είχα ζαρώσει από το κρύο. Λίγο ακόμη και κάποιος περαστικός θα μου άφηνε κανένα ευρώ στα πόδια.
Βρήκα ταξί και κάθισα πίσω. Δεν θα άντεχα, άλλον θεοφοβούμενο. «Απλώθηκα» στη θέση αποκαμωμένος και παγωμένος, απολαμβάνοντας τη σιωπή υπό την απαλή «ενόχληση» του ραδιοφώνου. Σε λίγο το μπουζουκάκι του ύμνου της ΑΕΚ «παρενέβη» δυναμικά από το κινητό του ταξιτζή.
Υστερα από μια σύντομη συνομιλία, ο οδηγός στράφηκε προς το μέρος μου: «Τι χαμπάρια ρε φίλε; Τι θα γίνει μ' αυτή την κρίση;», μου είπε, αναμένοντας άμεση απάντηση. Βάζοντας τη συμπονετικότητα για τον μοναχικό επαγγελματία, πάνω από την κακή κατάστασή μου και αναθεματίζοντας για μια φορά ακόμη τον Steve Miller, τού απάντησα αρκετά εκτεταμένα, γεγονός που εξέπληξε... κι εμένα τον ίδιο. «Ναι, ναι ρε φίλε, μπάχαλο, κανείς δεν κάνει τη δουλειά του σωστά, γι' αυτό καταντήσαμε έτσι μπουρδέλο», ξεσπάθωσε ο ΑΕΚτζής, βγάζοντας ένα τσιγάρο από το πακέτο. «Κι άλλος ένας σωστός επαγγελματίας» σκέφτηκα, ρωτώντας τα... τυπικά, μόνο και μόνο για να συνεχίσω να του κάνω παρέα: «Παιδιά έχετε;», του είπα, τη στιγμή που άναβε το τσιγάρο, όχι μόνο κατά παράβαση του σχετικού νόμου, αλλά και δίχως καν να με ρωτήσει. «Ναι, φυσικά, τον Βαγγελάκη», μου είπε στραβώνοντας το στόμα για να τραβήξει τη τζούρα και πριν να ξαναρωτήσω «είναι ζωηρός;», έτσι για το τυπικό της υπόθεσης, μου έτεινε το πακέτο από τα τσιγάρα λέγοντάς μου: «Τρία τέτοια κάνει τη μέρα και είναι άνεργος ο μπαγάσας».
Εκείνη τη στιγμή παρακάλεσα το κάθισμά μου να ήταν εκτινασόμενο, αλλά ο taxi driver «επέστρεψε»: «Αστα φίλε δράμα, κωλοκοινωνία. Κι εγώ χήρος είμαι, με μια Γεωργιανή ζω που...». Απο 'κει κι έπειτα κατέβασα ασφάλειες, δεν άντεχα να μάθω για τη Γεωργιανή.
Την επόμενη μέρα έμαθα από τον φίλο μου τον μηχανικό, πως το αυτοκίνητο έκανε... καπνιστή όλη την Καλλιθέα, επειδή η μηχανή είχε μέσα σχεδόν τη διπλάσια ποσοτητα λαδιού από την κανονική. Είχα κάνει το λάθος να το αφήσω σε ένα βενζινάδικο για αλλαγή λαδιών και έπεσα, πάλι σε... επαγγελματία.
Τελικά, τίποτα δεν είναι τυχαίο στη ζωή, εκτός κι αν είσαι... γκαντέμης. Από τον υπάλληλο του πρατηρίου, την εταιρία οδικής βοήθειας, μέχρι τον οδηγό ταξί, όλοι ήταν... επαγγελματίες. Σύμπτωση ή πραγματικότητα; Μάλλον το δεύτερο. Μήπως, τελικά, και ο μηχανικός μου, είναι επαγγελματίας μόνο απέναντι στους φίλους του; Ατιμε Steve Miller!

THE SHADOW



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...