Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2014

LIFE: Κασέτα, μια παλιά αγαπημένη


Πριν από καιρό βρέθηκα στο πατρικό μου σπίτι. Είχα περισσότερο από ένα χρόνο να πάω κι έτσι άρχιζα να σκαλίζω παλιά ξεχασμένα μικροπράγματα των παιδικών και εφηβικών χρόνων μου. Κάποια στιγμή, ψάχνοντας για μία αφίσα του Μάτζικ Τζόνσον, έπεσα πάνω στο πρώτο μου (ραδιο)κασετόφωνο. Ενα Crowncorder. Παρότι ο ψηφιακός ήχος έχει στρογγυλοκαθίσει στο θρόνο της σύγχρονης μουσικής, η... αναπάντεχη συνάντηση δε με άφησε αδιάφορο...



Το συγκεκριμένο μηχάνημα το είχε φέρει ο παππούς μου από την Ιαπωνία, καθώς ήταν ναυτικός. Χέρι με χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια (κατά τον Καββαδία) και με τη σειρά μου, ως εκκολαπτόμενος ροκάς τότε, το τίμησα δεόντως στα μέσα προς τέλη των '80s. Την
Το Crowcorder μου, σήμερα, σε άθλια κατάσταση.
εποχή εκείνη πέθαιναν οι πρώιμες κασέτες, κάτι «τούβλα» που θα θυμούνται οι παλιότεροι να «κουμπώνουν» με θόρυβο στην κεφαλή (κυρίως των αυτοκινήτων), και οι κλασικές, με τα δύο καρούλια είχαν κατακλύσει ήδη το εμπόριο. Η πρώτη μου από αυτές ήταν μία Maxell 60άρα μαύρη. Μου την είχε γράψει ένας φίλος και περιελάμβανε κομμάτια της Joan Jett, του Peter Green, του Νeil Young και άλλων που δε θυμάμαι. Ηταν από τις πρώτες επαφές μου με το Rock. Με τον καιρό πέρασαν διάφορες από τα χέρια μου, χαράσσοντας το μουσικό δρόμο που θα ακολουθούσα στη συνέχεια. Χρόνια μετά και πριν αποκτήσω το πρώτο μου δίσκο βινυλίου, απέκτησα και τις πρώτες κασέτες εταιρίας. Το καημένο το Crowncorder, είχε... τινάξει τα πέταλα, πια, και τις ορίτζιναλ κασέτες μου τις έπαιζα σε ένα γουόκμαν. Οι πρώτες τρεις εταιρικές που αγόρασα (τις φυλάω όλες μέχρι σήμερα) ήταν το Seventh Son of a Seventh Son των Maiden, το Savage Amusement των Scorpions και το Appetite For Destruction των Guns N' Roses. Δε θα ξεχάσω επίσης τις… άπειρες ώρες που τις γυρίζαμε με ένα στυλό Bic, περνώντας τον από τις τρύπες των καρουλιών ή τον καθαρισμό των κεφαλών και της λαστιχένιας ροδελίτσας με μπατονέτες, οινόπνευμα και πολύ συζήτηση με τα φιλαράκια. Kι από καβγάδες, άλλο τίποτα. Αρκούσε ένας από εμάς να σπάσει τα τετραγωνάκια της ράχης, με αποτέλεσμα πολλές από αυτές να ξαναμοντάρονται μετά το κατά λάθος πάτημα

του Rec. Εξηντάλεπτες, 90λεπτες, 45λεπτες, ακόμη και 40λεπτες και 180λεπτες, όλες, μα όλες, πέρασαν από τα χέρια μας, αφήνοντας στη μνήμη μας την ιδιαίτερη έντονη μυρωδιά τους και το βογγητό των γουόκμαν όταν έβαζες σ' αυτά τις πιο μεγάλες σε διάρκεια. 
Aξέχαστο θα μου μείνει και το «ξύλο» που φάγαμε πιτσιρικάδες, από έναν γείτονα. Είχαμε ακροβολιστεί σε δύο απέναντι πεζοδρόμια, παριστάνοντας τις... Παναγίες. Από μακριά πλησίαζε ανυποψίαστος ο κυρ Μιχάλης, καβάλα σε ένα από κείνα τα τεράστια ποδήλατα με τις σούστες στη δερμάτινη σέλα, το σταντ σε σχήμα «Π» και το τεράστιο κουδούνι. Μπροστά του και κάθετα στο δρόμο, απλωνόταν μία ταινία κασέτας, τις άκρες της οποίας κρατούσαμε εμείς. Οταν ο πλησίασε στο ένα μέτρο, τεντώσαμε ξαφνικά την ταινία, με αποτέλεσμα ο καλοστεκούμενος γείτονας -επιχειρώντας έναν ελιγμό αποφυγής, νομίζοντας ότι πρόκειται για σύρμα- να σωριαστεί στο έδαφος κι εμείς να νιώσουμε, λίγο αργότερα, τη ροζιασμένη παλάμη του σε πολλά μέρη του σώματός μας...

Πολλές οι αναμνήσεις μιας εποχής που η κασέτα άφησε το αποτύπωμά της, πριν περάσει για πάντα στην ιστορία. Η κασέτα παρουσιάστηκε στην παγκόσμια αγορά σχεδόν ταυτόχρονα με τους δίσκους 33 στροφών, στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Η ευρεία εμπορική της χρήση θα καθιερωθεί περίπου 20 χρόνια αργότερα, στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και μετά, με τη διάθεση των φορητών μαγνητοφώνων, οι κασέτες γνώρισαν μεγάλη άνθιση και οι εταιρίες εφάρμοσαν την παράλληλη κυκλοφορία με τους δίσκους βινυλίου και αργότερα με τα CD. Πλέον, τις βλέπω μόνο σε κάτι ράφια σουπερμάρκετ και σε κάτι καλάθια στην Ομόνοια.





Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...